Όλα ξεκίνησαν με ένα μαρκαδόρο και ένα άρθρο στους New York Times. Αυτά αρκούσαν για να κάνουν τον ΤΑΚΙ 183 έναν αστικό μύθο-έμπνευση για πολλούς νέους της Νέας Υόρκης, πυροδοτώντας το street art κίνημα εκεί που χτυπούσε η καρδιά της Αμερικής.

Ποιος ήταν όμως ο ΤΑΚΙ 183; Πίσω από τη μυστηριώδη αυτή υπογραφή βρισκόταν ένας μετρίου αναστήματος Έλληνας μετανάστης, που μεγάλωσε και ανδρώθηκε στο Washington Heights, μια νεοϋρκέζικη φτωχογειτονιά με λιγοστούς Έλληνες που δεν είχαν καταφέρει να κερδίσουν το στοίχημα του αμερικανικού ονείρου.

Η γέννηση του θρυλικού TAKI 183 ξεκίνησε ως παιχνίδι. Ήταν το τελευταίο καλοκαίρι της γεμάτης εκρήξεων δεκαετίας του 1960, όταν ο TAKI έπαιρνε με τους φίλους του το τρένο για την παραλία Ροκαγουέι του Κουίνς. Τότε παρατήρησε πως όλοι σχεδόν έγραφαν το όνομα τους στο τρένο. Αποφάσισε λοιπόν να τους μιμηθεί, αρχίζοντας και αυτός να αφήνει το στίγμα του ως TAKI 183. Η υπογραφή αυτή δεν αποτελεί παρά υποκοριστικό του πραγματικού ονόματος του, που είναι Δημήτρης, με παράλληλη αναφορά στην οδό 183 του Μανχάταν, όπου και έμενε.

Τα επόμενα χρόνια συνέχισε να υπογράφει ως TAKI 183 σε οπουδήποτε επιφάνεια μπορούσε να φιλοξενήσει την υπογραφή του. Κανείς την εντόπιζε σε φορτηγά, τρένα, τοίχους, κολώνες, τουαλέτες. Έτσι άρχισε να διαμορφώνεται το πνεύμα ενός αστικού θρύλου, του οποίου το όνομα όλοι ήξεραν, αλλά κανείς δεν είχε αντικρίσει το πρόσωπό του. Το καλοκαίρι του 1971 τον «ψάρεψε» ένας δημοσιογράφος των New York Times, ο οποίος του πήρε συνέντευξη αλλά δεν κατάφερε να τον κάνει να δημοσιοποιήσει το όνομα του. Παρά την ανωνυμία του, ή μάλλον χάρη σε αυτήν, ο ΤΑΚΙ 183 ενέπνευσε για χρόνια εκατοντάδες συνομήλικούς του –και όχι μόνο- που άρχισαν να γράφουν παντού με τη σειρά τους τη δική τους υπογραφή. Μπορούμε χωρίς αμφιβολία να πούμε πως το street art κίνημα εξαπλώθηκε τα επόμενα χρόνια ταχύτατα και χάρη στην τεράστια δημοφιλία του ΤΑΚΙ 183. Η διάσταση που έλαβαν οι δημιουργίες του φαίνεται και από τον τρόπο με τον οποίο μιλά για αυτόν ο δικηγόρος Νταν Όλεν, που διετέλεσε δημόσιος κατήγορος για πολλά χρόνια στη Νέα Υόρκη και αντιμετώπισε εκατοντάδες υποθέσεις street art δημιουργιών. Τον σκιαγραφεί ως «θρύλο» και «μεγάλη φίρμα», λέγοντας πως πρόκειται για άνθρωπο με «πολύ θράσος».

Όμως είναι η ζωή του Δημήτρη τόσο ταραχώδης και έντονη όσο η συμβολή του στο street art κίνημα; «Πιστεύω πως ζω μια κανονική ζωή και το απολαμβάνω», έχει δηλώσει σε συνέντευξη του που δημοσιεύθηκε στα ΝΕΑ. Όσον αφορά σε εκείνους που αποδίδουν στις street art δημιουργίες του πολίτικο πρόσημο, ο ίδιος αναφέρει: «Πρόκειται για εκλογικεύσεις. Δεν ήμουν ποτέ ιδιαίτερα πολιτικά αφυπνισμένος. Κάναμε ό τι κάναμε γιατί δεν υπήρχε κάτι άλλο να κάνουμε και ήταν εύκολο να το κάνουμε. Άπλα σκοτώναμε την ώρα μας». Ο ίδιος μάλιστα παραδέχεται πως εμπνεύστηκε το όνομα του από έναν πρότερο του street artist, που υπέγραφε ως JULIO 124 και του οποίου η ταυτότητα χάνεται μέσα στα χρόνια.

Ο Δημήτρης έχει κατά καιρούς δηλώσει, προκαλώντας αίσθηση, ότι τα πρώτα χρόνια μεγάλο μέρος αυτού που είχε χαρακτηριστεί ως street art δεν ήταν τίποτα άλλο παρά βανδαλισμός και καταστροφή. Συχνά άλλωστε κινδύνεψε να συλληφθεί, καθώς οι δημιουργίες του απαγορεύονταν από το νόμο. Όμως η δημοφιλία ήταν κάτι που απολάμβανε, βοηθώντας τον παράλληλα να επιβιώσει σε μια σκληρή γειτονιά, όπου κυριαρχούσαν συμμορίες.

Ο Δημήτρης δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα παιδί που είχε μεταναστεύσει με την οικογένεια του σε μια άλλη χώρα για ένα κομμάτι ελπίδας. Αυτό που τον έκανε, και τον κάνει ακόμα, στα 60 του χρόνια διαφορετικό, είναι πως, ό τι έκανε, το έκανε γιατί το αγαπούσε και όχι για να κερδίσει λίγη φήμη. Το αποτέλεσμα ήταν να κατακτήσει τη μέγιστη.

- -